skip to Main Content

Η εμπειρία των τελευταίων 40 ετών δείχνει ότι και η απλή συζήτηση για το Ασφαλιστικό προκαλεί μεγάλη αναταραχή. Ηταν τέτοια η αναταραχή όταν επί δικτατορίας επιχειρήθηκε κάποια εκλογίκευση, ώστε και η δικτατορία αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να εγκαταλείψει την προσπάθεια. 

Σημαντική υπήρξε η επέμβαση με τον νόμο 2084/92, αλλά προκάλεσε τεράστιο κόστος στην τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αργότερα, δύο φορές προσπάθησε η κυβέρνηση Σημίτη και δύο φορές εγκατέλειψε την προσπάθεια. Ο αποκαλούμενος νόμος Ρέππα μάλλον χειροτέρεψε τα πράγματα. Το νέο νομοσχέδιο της κυβέρνησης Καραμανλή νομίζω ότι θα ακολουθήσει τα χνάρια του νόμου Ρέππα. 

Τι προκαλεί τόση αντίδραση στο Ασφαλιστικό; Πρώτο, νομίζω, είναι το γεγονός ότι δεν καταλαβαίνουμε πώς λειτουργεί το Ασφαλιστικό και, δεύτερο, ότι μοιραία σκεπτόμαστε τι θα συμβεί σε μας αδιαφορώντας για το σύνολο. 

Λένε πολλοί: «Μια ζωή συνεισφέρω, πώς είναι λοιπόν δυνατόν να μου λέτε ότι κινδυνεύω να μην εισπράξω σύνταξη;». Να μια εξαιρετικά εύλογη παρατήρηση: «Αν κατέθετα την εισφορά μου στην τράπεζα, μετά 35 χρόνια δουλειάς και συνεχείς ανατοκισμούς, θα είχα ασφαλώς σχηματίσει ένα κεφάλαιο για τη σύνταξή μου». Σωστά, έτσι είναι σε ένα κεφαλαιοποιητικό ασφαλιστικό σύστημα. Στην Ελλάδα όμως όχι μόνο δεν έχουμε κεφαλαιοποιητικό σύστημα, αλλά έχουμε μάθει ότι είναι κάτι κακό, ανήθικο. Εχουμε, όπως και πολλές άλλες χώρες, το αποκαλούμενο αναδιανεμητικό σύστημα. Οι αγγλοσάξονες το ονομάζουν a pay-as-you-go pension system. Στα ελληνικά μια δημιουργική μετάφραση θα ήταν «προχωράμε βλέποντας και κάνοντας». Πώς λειτουργεί το αναδιανεμητικό σύστημα, το δικό μας σύστημα; Οι εισφορές των εργαζομένων χρησιμοποιούνται για την πληρωμή των συντάξεων. Τα λεφτά που συνεισφέρει ο εργαζόμενος ξοδεύονται αμέσως για να πληρωθούν συντάξεις. 

Λέμε ότι έχουμε ασφαλιστικό πρόβλημα επειδή δυστυχώς τα λεφτά των εισφορών δεν φθάνουν για να πληρωθούν οι συντάξεις. Αν έφθαναν, κανείς δεν θα ασχολιόταν με το Ασφαλιστικό. Επειδή ακριβώς δεν φθάνουν οι εισφορές για την πληρωμή των συντάξεων, έχει εφευρεθεί η αποκαλούμενη τριμερής χρηματοδότηση, δηλαδή η υποχρέωση του κράτους να καλύπτει τη διαφορά μεταξύ εισφορών και καταβαλλομένων συντάξεων. Λησμονείται βέβαια ότι όσα πληρώνει το κράτος τα εισπράττει με φόρους που επιβάλλει κυρίως σε εκείνους που πληρώνουν εισφορές. Χρόνο με τον χρόνο η πρόβλεψη είναι ότι θα αυξάνεται η συμμετοχή των φόρων για την καταβολή των συντάξεων. Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς αν, αφού είναι έτσι και ένα μεγάλο μέρος των συντάξεων πληρώνεται από τους φορολογουμένους, θα ήταν καλύτερο να καταργηθούν τα πολλά Ταμεία και το υπέρογκο κόστος που προκαλούν και όλο το σύστημα των συντάξεων να βασιστεί στη φορολογία. 

 

Από την προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή με θέμα τη μεταρρύθμιση στο Ασφαλιστικό 

 

Ενώ η σύνταξη αφορά όλους τους πολίτες που πέρασαν κάποια ηλικία και άρα λογικά θα έπρεπε να υπάρχει ένα ενιαίο σύστημα για όλους, το δικό μας ασφαλιστικό σύστημα διακρίνεται από απίστευτη περιπτωσιολογία. Εκατόν εβδομήντα (170) ή και περισσότερα Ταμεία και μέσα σε κάθε Ταμείο δεκάδες ειδικές ρυθμίσεις. Γιατί; Μα διότι το πολιτικό σύστημα βρήκε βολικό να κερδίζει ψήφους σε βάρος μελλοντικών γενεών. Πρόσφατο είναι το παράδειγμα βουλευτών της ΝΔ που ζήτησαν να μειωθεί το όριο συνταξιοδότησης των αγροτισσών. Οι ομάδες πληθυσμού με ισχυρό πολιτικό δόντι έχουν καταφέρει να έχουν ιδιαίτερα ευνοϊκές ρυθμίσεις που τους εξασφαλίζουν συνταξιοδοτική σιγουριά. Λένε λοιπόν αυτές οι προνομιούχες ομάδες: «Γιατί πειράζετε τα Ταμεία μας αφού είναι υγιή»; Υγιή όμως είναι μόνον επειδή το κράτος καλύπτει τα ελλείμματα μεταξύ εισφορών και καταβαλλομένων συντάξεων. Πώς; Με ειδικούς (θα τους έλεγα χαριστικούς) φόρους, όπως για παράδειγμα το αγγελιόσημο. Το κράτος είναι απολύτως άδικο. Δεν αντιμετωπίζει τους πολίτες ως ίσους. 

Μολονότι «Το Βήμα» δεν είναι το καταλληλότερο μέσο παρουσίασης απλών αριθμητικών εξισώσεων (της Στ’ Δημοτικού, νομίζω) θα επιχειρήσω να παρουσιάσω το Ασφαλιστικό όπως θα ήταν σε μια ευνομούμενη πολιτεία. 

Στον πληθυσμό (Π) της Ελλάδας, άνω των 65 ετών είναι το 19%. Οι επισήμως εργαζόμενοι είναι το 39%. Το μέσο εισόδημα των Ελλήνων είναι ίσο με (Ε). 

Ερώτηση: Αν το εισόδημα των συνταξιούχων συμφωνηθεί να είναι το 70% του μέσου εισοδήματος, σε τι ύψος πρέπει να διαμορφωθούν οι ασφαλιστικές εισφορές (Α) των εργαζομένων ως ποσοστό του μέσου εισοδήματός τους προκειμένου να καλυφθούν οι συντάξεις των συνταξιούχων; 

Η εξίσωση του αναδιανεμητικού ασφαλιστικού συστήματος έχει την ακόλουθη μορφή: 

(Α) Χ (Π Χ 39%) Χ Ε = (Π Χ 19%) Χ (70% Χ Ε

Αρα Α = (19% Χ 70%) / (39%) = 34,1% 

Με αυτό το σύστημα λοιπόν και αυτές τις παραμέτρους οι συνταξιούχοι θα έχουν το 70% του μέσου εισοδήματος και οι εργαζόμενοι θα έχουν ό,τι απομείνει μετά τις εισφορές τους. Δηλαδή (100,0 – 34,1) το 65,9% του μέσου εισοδήματος. Εχει μέλλον μια τέτοια ρύθμιση; 

Αν δυσκολεύεστε να κατανοήσετε αυτή την εξίσωση, απευθυνθείτε στα παιδιά σας να σας βοηθήσουν. Ρωτήστε τα τι θα γίνει αν οι συντάξεις δίνονται στα 55, οπότε οι άνω των 55 θα εκπροσωπούν το 31% του πληθυσμού αντί του 19%. Τι θα γίνει αν οι συντάξεις είναι το 80% του μέσου εισοδήματος. Τι θα γίνει αν το ποσοστό των επισήμως εργαζομένων αυξηθεί από το 39% στο 50%. 

Θα ήταν χρήσιμο αν και οι αρμόδιοι υπουργοί μελετούσαν την εξίσωση αυτή.

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Το Βήμα” 02.03.2008

Back To Top