skip to Main Content

Διαβάζω στις εφημερίδες ότι το σχέδιο προϋπολογισμού του 2009 θα προβλέπει έλλειμμα 1,7% του ΑΕΠ, ενώ το έλλειμμα του 2008 θα φθάσει το 2,3% του ΑΕΠ. Σε ό,τι αφορά τις εντυπώσεις, είναι θετικό ότι τις εκτιμήσεις αυτές υιοθέτησε η Eurostat. Συνεπώς, η οικονομία δεν κινδυνεύει να τεθεί υπό επιτήρηση. Δυστυχώς, λέω εγώ, μια και πρέπει να είμαι από τους ελάχιστους που θα χαιρέτιζαν το καθεστώς της επιτήρησης, που αναγκάζει την κυβέρνηση να κοστολογεί και να δικαιολογεί τις αποφάσεις της. Φοβάμαι ότι χωρίς επιτήρηση δεν θα μάθουμε, ή πάντως δεν θα μάθουμε εγκαίρως, σε ποιες παραδοχές έχει στηριχθεί η πρόβλεψη για έλλειμμα 1,7% του ΑΕΠ το 2009.

Επειδή δεν πιστεύω ότι η κυβέρνηση έχει οποιοδήποτε σοβαρό και αξιόπιστο σχέδιο περιστολής των κρατικών δαπανών, συμπεραίνω ότι ο περιορισμός του ελλείμματος στο 1,7% του ΑΕΠ θα στηριχθεί αποκλειστικά σε φορολογικά μέτρα.

Γνωρίζουμε όλοι ότι το ελληνικό κράτος είναι απίστευτα σπάταλο και γνωρίζουμε επίσης ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστοι μηχανισμοί ελέγχου των δαπανών. Δεν υπάρχει υπουργείο Οικονομικών κέρβερος και προστάτης του δημοσίου χρήματος και της δημόσιας περιουσίας. Για τον λόγο αυτό άλλωστε έχω επανειλημμένως ζητήσει να ανασυσταθεί αυτόνομο το υπουργείο Οικονομικών και να τεθεί υπό την ηγεσία εξωκοινοβουλευτικού υπουργού («Κ» 25 Ιουλίου 2008).

Επιτρέψτε μου έναν κάπως μπερδεμένο συλλογισμό που καταλήγει σε αισιόδοξο συμπέρασμα. Η κυβέρνηση υπόσχεται να κρατήσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού σε 1,7 % του ΑΕΠ το 2009. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν, το έλλειμμα αυτό είναι αξιοπρόσεκτα χαμηλό. Αν όμως είναι εφικτό ένα χαμηλό έλλειμμα χωρίς αυστηρό έλεγχο των δαπανών, φανταστείτε πόσο θετικά θα ήταν τα αποτελέσματα με αυστηρό έλεγχο. Σκέπτομαι λοιπόν ότι αν είχα εγώ την ευθύνη, θα μπορούσα σχετικά εύκολα να περιορίσω δραστικά τις περιττές δαπάνες και στη συνέχεια να περιορίσω τη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών και να δώσω σημαντική ώθηση στην οικονομία. Θα είχα ασφαλώς και περίσσευμα για την ενίσχυση κοινωνικών δράσεων. Σκεφτείτε ότι ο περιορισμός των κρατικών δαπανών μοιάζει με τη δίαιτα (σας βεβαιώνω ότι κάτι ξέρω από δίαιτες). Στην αρχή, τα πρώτα κιλά είναι εύκολα. Μετά, τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα. Σε ό,τι αφορά τον περιορισμό της σπατάλης είμαστε στην αρχή και συνεπώς τα πρώτα δισεκατομμύρια μπορούν να κοπούν εύκολα.

Η γνώμη μου είναι: Η σωστή οικονομική πολιτική, σήμερα περισσότερο από άλλοτε, είναι ο περιορισμός της κρατικής σπατάλης. Οποιος υπόσχεται νέες δαπάνες, όπως έκανε ο κ. Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη, χωρίς αυστηρή περιγραφή εκείνων των δαπανών που θα περικοπούν, οδηγεί αναπόφευκτα σε νέα φορολογικά βάρη. Απόδειξη: Ο μη έλεγχος της κρατικής δαπάνης, σπατάλης και κλεψιάς ανάγκασε την κυβέρνηση να καταφύγει στα πρόσφατα σπασμωδικά φορολογικά μέτρα.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση αναγκάζει κράτη και επιχειρήσεις να ελέγξουν αυστηρότερα κάθε δαπάνη τους. Αυτό επιτάσσει η κοινή λογική. Η συρρικνούμενη ρευστότητα, σε συνδυασμό με την περιορισμένη εμπιστοσύνη, αναγκάζει κράτη και επιχειρήσεις να λάβουν μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας. Αν σου χρωστάνε λεφτά, θα προσπαθήσεις να τα μαζέψεις. Αν έχεις λεφτά, δεν θα τα δεσμεύσεις σε τοποθετήσεις που ρευστοποιούνται δύσκολα. Θα προσπαθήσεις να έχεις μετρητά. Ολα αυτά υποδεικνύονται από την κοινή λογική.

Αν χρωστάς, θα πρέπει να προβλέπεις αύξηση του κόστους δανεισμού. Αν τα σχέδια σου δεν είναι ιδιαίτερα πειστικά, ίσως να μη βρεις δανεικά. Το ελληνικό κράτος, αλλά και πολλοί Ελληνες είναι υπερδανεισμένοι. Είμαστε συνεπώς πιο ευάλωτοι από άλλους. Περισσότερο από άλλους πρέπει να κάνουμε τα αυτονόητα: Να περιορίσουμε δραστικά κάθε σπατάλη και να περιορίσουμε τα χρέη επειδή θα γίνουν ακριβότερα.

Στις πραγματικές οικονομικές δυσκολίες που υπάρχουν, εισαγόμενες και εγχώριες, προστίθεται και άλλη μία δυσβάστακτη, ψυχολογική: Η έλλειψη εμπιστοσύνης. Οι παλινωδίες, οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, οι ανερμάτιστες διαβεβαιώσεις έχουν επιβαρύνει το οικονομικό κλίμα.

Για την άμβλυνση της αρνητικής ψυχολογίας, δεν έχω κάποια έτοιμη συνταγή. Πιστεύω ότι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση θα ήταν αν από εδώ και πέρα η κυβέρνηση περιοριζόταν αυστηρά σε τελείως μελετημένες εξαγγελίες, ώστε να δημιουργηθεί σιγά-σιγά η πεποίθηση ότι θα γίνεται ακριβώς ό,τι ανακοινώθηκε (όχι άλλες εξαγγελίες του τύπου των τεκμηρίων).

Μετά θα ήταν σωστό να δημοσιοποιούνται ορισμένα επίσημα στοιχεία με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα και πολύ μεγαλύτερη συχνότητα. Για παράδειγμα, η «Κ» δημοσίευσε στις 23/9 πίνακες με τις καταθέσεις και τα δάνεια των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών, από τους οποίους προέκυπτε η σχέση των δύο μεγεθών. Το δημοσίευμα όμως αναφερόταν σε μεγέθη της 30/6. Στη σημερινή ρευστή κατάσταση, ένα τρίμηνο πλησιάζει την αιωνιότητα. Αφήστε ότι όλες οι τράπεζες λίγο πριν δημοσιεύσουν τριμηνιαία ή εξαμηνιαία στοιχεία διορθώνουν τη βιτρίνα με διάφορα θεμιτά κόλπα.

Θα ήταν νομίζω καλύτερο να πληροφορείται η αγορά την πραγματικότητα στο τέλος κάθε μήνα (τουλάχιστον για όσο κρατάει η κρίση). Αντίστοιχα, θα ήταν καλό να γνωρίζουμε με ταχύτητα και μεγάλη συχνότητα μερικά κρίσιμα στοιχεία για την κίνηση του κρατικού Ταμείου. Τέλος, θα συνέβαλε νομίζω στην αποκατάσταση κλίματος οικονομικής εμπιστοσύνης αν η κυβέρνηση αναλάμβανε το ρίσκο της σύγκρουσης με οργανωμένες κοινωνικές ομάδες σε μια προσπάθεια περιορισμού της δαπάνης της οικονομίας. Στο μυαλό μου έχω τους φόρους υπέρ τρίτων, τα κλειστά επαγγέλματα, προνομιούχες ομάδες δημοσίων υπαλλήλων, αργομισθίες κ.ο.κ.

Από τη μέχρι σήμερα πολιτεία της κυβέρνησης είναι φανερό ότι αποφεύγει ως «θέμα αρχής» τις συγκρούσεις, αλλά η «μη σύγκρουση», η «ήπια προσαρμογή», προκάλεσαν παράπλευρη απώλεια: Χάθηκε η εμπιστοσύνη και μαζί με αυτήν η ελπίδα.

 

Δημοσιεύτηκε στη Καθημερινή 28.09.2008

Back To Top