skip to Main Content

Η ΕΣΤΙΑ του περασμένου Σαββάτου επικρότησε την πρόθεση της κυβέρνησης να ζητήσει τη διεξαγωγή συζήτησης στη Βουλή για να παρουσιάσει την  “πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας”.  Προσωπικά διατηρώ σοβαρότατες επιφυλάξεις.

Τόσο κατά την προεκλογική περίοδο, όσο και κατά την συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων, χαιρέτισα με ενθουσιασμό την πρόθεση της Νέας Δημοκρατίας να προχωρήσει σε δημοσιονομική απογραφή. Αρκεί να είναι τίμια, να παρουσιάζει την πραγματικότητα όπως ακριβώς είναι, χωρίς ωραιοποιήσεις και χωρίς παραλείψεις. Η κυβέρνηση εξήγγειλε ότι την απογραφή θα την κάνει σε συνεργασία με τις υπηρεσίες της Ε.Ε., γεγονός που επίσης χαιρέτισα διότι “ο μη άμεσα ενδιαφερόμενος τρίτος”  μπορεί να προσδώσει στην απογραφή πολύ μεγαλύτερη εγκυρότητα.

Αποδίδω μεγάλη σημασία στην τίμια και αδιάβλητη απογραφή της πραγματικότητας επειδή πιστεύω ότι η πραγματική – χωρίς αμφισβητήσεις – γνώση της πραγματικότητας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία της απαραίτητης συναίνεσης πριν από τη λήψη δύσκολων αποφάσεων, πριν από την πραγματοποίηση τομών και ρήξεων.

Τι μπόρεσε να κάνει η κυβέρνηση σε 40 μόλις ημέρες; Μπόρεσε να ολοκληρώσει τη δημοσιονομική απογραφή; Όχι βέβαια. Πρόλαβαν οι υπηρεσίες της Ε.Ε. να εξετάσουν τα δεδομένα της απογραφής; Όχι βέβαια. Για να γίνει π.χ. – εκ του μηδενός – απογραφή στην αποθήκη μιας μεσαίας επιχείρησης απαιτείται περισσότερος χρόνος από ό,τι χρειάστηκε για να γίνει η δήθεν δημοσιονομική απογραφή ολόκληρης της κρατικής διαχείρισης!

Ποια λοιπόν πραγματικότητα θα παρουσιάσει ο πρωθυπουργός στη Βουλή; Προφανώς δεν θα είναι και δεν μπορεί να είναι το προϊόν τίμιας και αδιάβλητης δημοσιονομικής απογραφής. Θα είναι η πραγματικότητα όπως θέλει να την παρουσιάσει η κυβέρνηση, η πραγματικότητα όπως την βολεύει. Στο κυνικό πολιτικό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα δεν αποκλείεται να χαιρετιστεί η ικανότητα της κυβέρνησης να παρουσιάσει ως αληθινή μια σκηνοθετημένη πραγματικότητα. Μπορεί έτσι να καταφέρει να εξυπηρετήσει τους δικούς της σκοπούς, τα προβλήματα όμως της οικονομίας δεν θα τα λύσει.

Η συμπεριφορά της κυβέρνησης είναι σε συμμετρία με την συμπεριφορά του ΠΑΣΟΚ το 1993. Κατάφερε τότε το ΠΑΣΟΚ να σκηνοθετήσει μια χαοτική πραγματικότητα που του έδινε επιχειρήματα ακόμη μέχρι και τις τελευταίες εκλογές. Η τότε ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας – ο κ. Έβερτ – βοήθησε την σκηνοθετική προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ με το να μην αντιδρά, επειδή είχε πεισθεί ότι δεν είχε συμφέρον να στηρίζει τα πεπραγμένα της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Το ΠΑΣΟΚ το 1993 ματαίωσε την πώληση του 35% του ΟΤΕ σε στρατηγικό επενδυτή, επανέφερε το μονοπώλιο της ΔΕΗ και ματαίωσε το διαγωνισμό για τη δημιουργία σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη Θίσβη, ανέτρεψε τους διαγωνισμούς για τη δημιουργία ιδιωτικών καζίνο (πλην του καζίνο Θεσσαλονίκης), καθυστέρησε την σύμβαση για το αεροδρόμιο στα Σπάτα, εκπλήρωσε διάφορες προεκλογικές υποσχέσεις, μαγείρεψε τα βιβλία για να φανεί το παρελθόν χειρότερο κ.ο.κ. Όλα αυτά συνέβαλαν στην πλήρη ανατροπή του μείγματος της οικονομικής πολιτικής εκείνης της εποχής με αποτέλεσμα την ανατροπή του προγράμματος σταθερότητας. Το ΠΑΣΟΚ που προκάλεσε την ανατροπή του προγράμματος κατάφερε να πείσει ότι η ανατροπή του προγράμματος δεν οφειλόταν στις δικές του μετεκλογικές ενέργειες, μερικές από τις οποίες μόλις περιέγραψα, αλλά στην κατάσταση που παρέλαβε.

Το ποια είναι σε γενικές γραμμές η σημερινή οικονομική κατάσταση γνώριζε άριστα η κυβέρνηση πριν αναλάβει τα καθήκοντα της. Απόδειξη αποτελούν οι παρεμβάσεις  του αρμόδιου Υπουργού κ. Αλογοσκούφη κατά την συζήτηση του προϋπολογισμού και οι συχνές προεκλογικές δηλώσεις του. Οι εκθέσεις της Ε.Ε. είναι επίσης διαφωτιστικές και δείχνουν ανάγλυφα την επιδείνωση της κατάστασης. Τι άλλαξε τις τελευταίες 40 ημέρες; Προφανώς προστέθηκαν όσα κάνει ή προτίθεται να κάνει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και τα οποία επιθυμεί να φορτώσει στην προηγούμενη κυβέρνηση όπως ακριβώς έκανε το ΠΑΣΟΚ το 1993.

Η κυβέρνηση, για παράδειγμα, ανακοίνωσε ότι θα μονιμοποιήσει συμβασιούχους, υποσχέθηκε να αυξήσει συντάξεις, μισθούς και κοινωνικές παροχές, υποσχέθηκε μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, υποσχέθηκε κατάργηση/αντικατάσταση του ΣΔΟΕ. Τίποτε από αυτά  δεν είχε περιληφθεί στον προϋπολογισμό που κατάρτισε η προηγούμενη κυβέρνηση. Όλα όμως έχουν επίπτωση στον προϋπολογισμό.

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσης ότι ματαιώνει τη διάθεση μετοχών της ΕΤΑ, δεν επιθυμεί τη διάθεση του ποσοστού που κατέχει ακόμη στην Εθνική Τράπεζα και θέλει να επανεξετάσει σε νέα βάση τον ολοκληρωμένο διαγωνισμό για πώληση του 35% της ΔΕΠΑ (η περίπτωση είναι απόλυτα συμμετρική με εκείνη του αεροδρομίου στα Σπάτα: η προηγούμενη κυβέρνηση ολοκλήρωσε το διαγωνισμό και τις διαπραγματεύσεις και παρέδωσε ολοκληρωμένη δουλειά στην επομένη για υπογραφή). Μόνες τους οι τρεις αυτές περιπτώσεις θα απέφεραν στο Δημόσιο, το 2004, ποσό μεγαλύτερο από 750 εκ. ευρώ που θα μείωναν το Δημόσιο Χρέος και σε ένα ποσοστό το έλλειμμα.

Δεν είναι λοιπόν τίμιο να εμφανίζεται ο πιθανολογούμενος εκτροχιασμός του προϋπολογισμού (μόνο) στην προηγούμενη κυβέρνηση. Η έντιμη παρουσίαση θα επέβαλε να παρουσιαστεί η πραγματική κληρονομιά και στη συνέχεια να αποτιμηθούν οι αλλαγές προς το χειρότερο που επιφέρει η σημερινή κυβέρνηση με τη δική της πολιτική.

Φοβάμαι ότι όσο δεν αντιμετωπίζουμε με θάρρος την πραγματικότητα, τα κόμματα θα πολιτεύονται με βάση τους μύθους που κατασκευάζουν και η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αποτελεί την ουρά της Ε.Ε.

Back To Top